Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
impétueux
01
πυρετώδης, παθιασμένος
qui agit avec force, énergie et passion
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus impétueux
συγκριτικός βαθμός
plus impétueux
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
impétueux
αρσενικό πληθυντικό
impétueux
θηλυκό ενικό
impétueuse
θηλυκό πληθυντικό
impétueuses
Παραδείγματα
Un orateur impétueux captive son auditoire avec énergie.
Ένας παθιασμένος ομιλητής αιχμαλωτίζει το κοινό του με ενέργεια.
02
οξύθυμος, έντονος
qui est intense ou violent, souvent dans un contexte littéraire
Παραδείγματα
Un vent impétueux a balayé la côte.
Ένας οργισμένος άνεμος σάρωσε την ακτή.



























