impétueux
impétueux
ɛ̃petɥø
epetüeu
impérieux

Ορισμός και σημασία του "impétueux"στα γαλλικά

impétueux
01

πυρετώδης, παθιασμένος

qui agit avec force, énergie et passion 
impétueux definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus impétueux
συγκριτικός βαθμός
plus impétueux
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
impétueux
αρσενικό πληθυντικό
impétueux
θηλυκό ενικό
impétueuse
θηλυκό πληθυντικό
impétueuses
Παραδείγματα
Un orateur impétueux captive son auditoire avec énergie. 

Ένας παθιασμένος ομιλητής αιχμαλωτίζει το κοινό του με ενέργεια.

02

οξύθυμος, έντονος

qui est intense ou violent, souvent dans un contexte littéraire 
Παραδείγματα
Un vent impétueux a balayé la côte. 

Ένας οργισμένος άνεμος σάρωσε την ακτή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store