Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
impétueux
01
πυρετώδης, παθιασμένος
qui agit avec force, énergie et passion
Παραδείγματα
Il a un esprit impétueux qui motive ses collègues.
Έχει ένα παθιασμένο πνεύμα που παρακινεί τους συναδέλφους του.
02
οξύθυμος, έντονος
qui est intense ou violent, souvent dans un contexte littéraire
Παραδείγματα
Sa colère impétueuse se ressent dans le poème.
Ο ακατάσχετος θυμός του αισθάνεται στο ποίημα.



























