imprimer
imprimer
ɛ̃pʁime
eprime

Ορισμός και σημασία του "imprimer"στα γαλλικά

imprimer
01

εκτυπώνω, τυπώνω

reproduire un document ou une image sur papier à l'aide d'une machine 
imprimer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
imprime
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
imprimons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
imprimerai
ενεστώτα μετοχή
imprimant
παθητική μετοχή
imprimé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
imprimions
Παραδείγματα
J'ai imprimé mon rapport pour la réunion. 

Εκτύπωσα την έκθεσή μου για τη συνάντηση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store