Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'Impression
01
εκτύπωση
action de reproduire un texte ou une image sur papier ou un support
Παραδείγματα
L' impression des tickets a été retardée.
Η εκτύπωση των εισιτηρίων καθυστέρησε.
02
εντύπωση, αίσθηση
sentiment ou avis que quelque chose ou quelqu'un laisse
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
impressions
κύριο
Παραδείγματα
Mon premier voyage à Paris m' a laissé une impression inoubliable.
Το πρώτο μου ταξίδι στο Παρίσι μου άφησε μια αξέχαστη εντύπωση.
Λεξικό Δέντρο
impression
impress



























