l'Impression
Pronunciation
/ɛ̃pʀesjɔ̃/

Ορισμός και σημασία του "impression"στα γαλλικά

01

εκτύπωση

action de reproduire un texte ou une image sur papier ou un support
l'Impression definition and meaning
Παραδείγματα
L' impression des tickets a été retardée.
Η εκτύπωση των εισιτηρίων καθυστέρησε.
02

εντύπωση, αίσθηση

sentiment ou avis que quelque chose ou quelqu'un laisse
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
impressions
κύριο
Παραδείγματα
Mon premier voyage à Paris m' a laissé une impression inoubliable.
Το πρώτο μου ταξίδι στο Παρίσι μου άφησε μια αξέχαστη εντύπωση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store