importuner
im
ɛ̃
ε
por
pɔʁ
πορ
tu
ty
τυ
ner
ne
νε
importer

Ορισμός και σημασία του "importuner"στα γαλλικά

importuner
01

ενοχλώ, παρενοχλώ

déranger quelqu'un de manière répétée ou indésirable 
importuner definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
importune
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
importunons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
importunerai
ενεστώτα μετοχή
importunant
παθητική μετοχή
importuné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
importunions
Παραδείγματα
Arrête d'importuner ton frère avec tes questions. 

Σταμάτα να ενοχλείς τον αδερφό σου με τις ερωτήσεις σου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store