Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
importuner
01
ενοχλώ, παρενοχλώ
déranger quelqu'un de manière répétée ou indésirable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
importune
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
importunons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
importunerai
ενεστώτα μετοχή
importunant
παθητική μετοχή
importuné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
importunions
Παραδείγματα
Les vendeurs ambulants importunaient les touristes sur la plage.
Οι πλανόδιοι πωλητές ενοχλούσαν τους τουρίστες στην παραλία.



























