Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
immédiat
01
άμεσος, επείγων
qui se fait tout de suite, sans aucun délai ou rien entre
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
immédiat
αρσενικό πληθυντικό
immédiats
θηλυκό ενικό
immédiate
θηλυκό πληθυντικό
immédiates
Παραδείγματα
Il faut un cessez-le-feu immédiat et permanent.
Χρειάζεται μια άμεση απάντηση.



























