immédiat
i
i
ι
mméd
med
μεντ
iat
ja
γα

Ορισμός και σημασία του "immédiat"στα γαλλικά

01

άμεσος, επείγων

qui se fait tout de suite, sans aucun délai ou rien entre 
immédiat definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
immédiat
αρσενικό πληθυντικό
immédiats
θηλυκό ενικό
immédiate
θηλυκό πληθυντικό
immédiates
θεματικό πεδίο
temps, urgence
Παραδείγματα
Il a besoin d'une réponse immédiate. 

Χρειάζεται μια άμεση απάντηση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store