immédiat
Pronunciation
/imedja/

Ορισμός και σημασία του "immédiat"στα γαλλικά

01

άμεσος, επείγων

qui se fait tout de suite, sans aucun délai ou rien entre
immédiat definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
immédiat
αρσενικό πληθυντικό
immédiats
θηλυκό ενικό
immédiate
θηλυκό πληθυντικό
immédiates
Παραδείγματα
Il faut un cessez-le-feu immédiat et permanent.
Χρειάζεται μια άμεση απάντηση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store