immense
Pronunciation
/i(m)mɑ̃s/

Ορισμός και σημασία του "immense"στα γαλλικά

01

τεράστιος, απέραντος

qui est extrêmement grand ou très étendu
immense definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus immense
συγκριτικός βαθμός
plus immense
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
immense
αρσενικό πληθυντικό
immenses
θηλυκό ενικό
immense
θηλυκό πληθυντικό
immenses
Παραδείγματα
Une immense joie s' est lue sur son visage.
Μια τεράστια χαρά διαβάστηκε στο πρόσωπό του.
02

ανεκτίμητος, πολύτιμος

qui est d'une très grande valeur morale ou affective
Παραδείγματα
Son soutien a été d' une immense valeur pour toute l' équipe.
Η υποστήριξή του είχε τεράστια αξία για όλη την ομάδα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store