Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
immense
01
τεράστιος, απέραντος
qui est extrêmement grand ou très étendu
Παραδείγματα
Une immense joie s' est lue sur son visage.
Μια τεράστια χαρά διαβάστηκε στο πρόσωπό του.
02
ανεκτίμητος, πολύτιμος
qui est d'une très grande valeur morale ou affective
Παραδείγματα
Son soutien a été d' une immense valeur pour toute l' équipe.
Η υποστήριξή του είχε τεράστια αξία για όλη την ομάδα.



























