Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
immense
01
τεράστιος, απέραντος
qui est extrêmement grand ou très étendu
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus immense
συγκριτικός βαθμός
plus immense
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
immense
αρσενικό πληθυντικό
immenses
θηλυκό ενικό
immense
θηλυκό πληθυντικό
immenses
Παραδείγματα
Une immense bibliothèque se trouve au centre de la ville.
Μια τεράστια βιβλιοθήκη βρίσκεται στο κέντρο της πόλης.
02
ανεκτίμητος, πολύτιμος
qui est d'une très grande valeur morale ou affective
Παραδείγματα
Elle lui a apporté une aide immense dans sa carrière.
Του προσέφερε μια τεράστια βοήθεια στην καριέρα του.



























