hâter
hâter
ɑte
aate
nouernavrévouerexilé

Ορισμός και σημασία του "hâter"στα γαλλικά

hâter
01

επισπεύδω, επιταχύνω

faire avancer ou accélérer quelque chose 
hâter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
hâte
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
hâtons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
hâterai
ενεστώτα μετοχή
hâtant
παθητική μετοχή
hâté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
hâtions
Παραδείγματα
Il faut hâter la préparation du projet. 

Πρέπει να επιταχύνουμε την προετοιμασία του έργου.

02

επιταχύνω, σπεύδω

augmenter la vitesse ou l'intensité de quelque chose 
hâter definition and meaning
Παραδείγματα
Elle hâte son rythme de travail pour finir à temps. 

Εκείνη επιταχύνει τον ρυθμό της εργασίας της για να τελειώσει εγκαίρως.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store