Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hâter
01
επισπεύδω, επιταχύνω
faire avancer ou accélérer quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
hâte
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
hâtons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
hâterai
ενεστώτα μετοχή
hâtant
παθητική μετοχή
hâté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
hâtions
Παραδείγματα
Il faut hâter la préparation du projet.
Πρέπει να επιταχύνουμε την προετοιμασία του έργου.
02
επιταχύνω, σπεύδω
augmenter la vitesse ou l'intensité de quelque chose
Παραδείγματα
Elle hâte son rythme de travail pour finir à temps.
Εκείνη επιταχύνει τον ρυθμό της εργασίας της για να τελειώσει εγκαίρως.



























