la hâte
hâte
ɑt
aat

Ορισμός και σημασία του "hâte"στα γαλλικά

01

βιασύνη, επείγουσα ανάγκη

état d'impatience ou d'urgence à accomplir quelque chose 
la hâte definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Il a terminé son travail avec une hâte remarquable. 

Τελείωσε τη δουλειά του με αξιοσημείωτη βιασύνη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store