Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'horodateur
[gender: masculine]
01
παρκόμετρο, μηχανή εισιτηρίων στάθμευσης
appareil qui délivre un ticket indiquant l'heure de stationnement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
horodateurs
Παραδείγματα
Combien coûte une heure à l' horodateur ?
Πόσο κοστίζει μια ώρα στον παρκόμετρο;



























