l'horloge
Pronunciation
/ɔʀlɔʒ/

Ορισμός και σημασία του "horloge"στα γαλλικά

L'horloge
[gender: feminine]
01

ρολόι, ρολόι τοίχου

appareil pour indiquer l'heure, fixé au mur ou posé sur un meuble
l'horloge definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
horloges
Παραδείγματα
L' horloge ancienne est très décorative.
Το παλιό ρολόι είναι πολύ διακοσμητικό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store