Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le hibou
01
κουκουβάγια, μπουφός
oiseau nocturne de la famille des chouettes, au visage rond et aux yeux expressifs, chassant la nuit
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
hiboux
Παραδείγματα
Le hibou hulule dans la forêt la nuit.
Η κουκουβάγια κράζει στο δάσος τη νύχτα.
02
γκρινιάρης, παραπονιάρης
personne qui se plaint souvent ou qui est grognon
Παραδείγματα
Mon oncle est un vrai hibou et râle pour tout.
Ο θείος μου είναι ένας αληθινός γκρινιάρης και παραπονιέται για τα πάντα.



























