Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le hibou
[gender: masculine]
01
κουκουβάγια, μπουφός
oiseau nocturne de la famille des chouettes, au visage rond et aux yeux expressifs, chassant la nuit
Παραδείγματα
Les enfants sont fascinés par les hiboux au zoo.
Τα παιδιά γοητεύονται από τις κουκουβάγιες στον ζωολογικό κήπο.
02
γκρινιάρης, παραπονιάρης
personne qui se plaint souvent ou qui est grognon
Παραδείγματα
Ce hibou ne sourit jamais et boude tout le temps.
Αυτός ο γκρινιάρης δεν χαμογελά ποτέ και κατσουφιάζει όλη την ώρα.



























