Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La hauteur
01
ύψος, ύψωμα
dimension verticale d'un objet de sa base à son sommet
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La hauteur de cet immeuble est de 100 mètres.
Το ύψος αυτού του κτιρίου είναι 100 μέτρα.
02
αλαζονεία, υπεροψία
attitude de supériorité méprisante
Παραδείγματα
Sa hauteur envers les autres est désagréable.
Η αλαζονεία του προς τους άλλους είναι δυσάρεστη.
03
ύψος τόνου, τονικότητα
niveau plus ou moins aigu d'un son ou d'une note
Παραδείγματα
La hauteur de sa voix change quand il est stressé.
Το ύψος της φωνής του αλλάζει όταν είναι αγχωμένος.



























