haut vol
haut
o
o
vol
vɔl
vawl

Ορισμός και σημασία του "haut vol"στα γαλλικά

01

υψηλής πτήσης, πολύ επιτυχημένος

qui a beaucoup de succès ou un grand potentiel 
haut vol definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
de plus haut vol
συγκριτικός βαθμός
de plus haut vol
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
haut vol
αρσενικό πληθυντικό
haut vol
θηλυκό ενικό
haut vol
θηλυκό πληθυντικό
haut vol
Παραδείγματα
C'est un étudiant de haut vol. 

Είναι ένας φοιτητής υψηλής πτήσης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store