la hausse
hausse
os
os
housse

Ορισμός και σημασία του "hausse"στα γαλλικά

01

αύξηση, ανάβαση

augmentation d'un prix, d'un niveau ou d'une valeur 
la hausse definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
hausses
Παραδείγματα
La hausse des prix du carburant inquiète les consommateurs 

Η αύξηση των τιμών των καυσίμων ανησυχεί τους καταναλωτές.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store