Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le handicap
01
αναπηρία, εμπόδιο
difficulté physique, mentale ou sensorielle qui limite les activités quotidiennes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le handicap n'empêche pas de mener une vie active.
Η αναπηρία δεν εμποδίζει τη ζωή ενεργού ζωής.
02
χάντικαπ, πλεονέκτημα
avantage ou score ajusté donné à un joueur pour équilibrer les chances dans certains sports, surtout au golf
Παραδείγματα
Son handicap au golf lui permet de jouer avec des joueurs plus expérimentés.
Το handicap του στο γκολφ του επιτρέπει να παίζει με πιο έμπειρους παίκτες.



























