handicapant
Pronunciation
/ɑ̃dikapˈɑ̃/

Ορισμός και σημασία του "handicapant"στα γαλλικά

handicapant
01

αναπηρικός, περιοριστικός

qui limite ou gêne les capacités physiques, mentales ou sociales
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus handicapant
συγκριτικός βαθμός
plus handicapant
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
handicapant
αρσενικό πληθυντικό
handicapants
θηλυκό ενικό
handicapante
θηλυκό πληθυντικό
handicapantes
Παραδείγματα
L' isolement social peut être handicapant pour les jeunes.
Η κοινωνική απομόνωση μπορεί να είναι περιοριστική για τους νέους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store