handicapant
handicapant
ɑ̃dikapɑ̃
aadikapaa

Ορισμός και σημασία του "handicapant"στα γαλλικά

handicapant
01

αναπηρικός, περιοριστικός

qui limite ou gêne les capacités physiques, mentales ou sociales 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus handicapant
συγκριτικός βαθμός
plus handicapant
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
handicapant
αρσενικό πληθυντικό
handicapants
θηλυκό ενικό
handicapante
θηλυκό πληθυντικό
handicapantes
Παραδείγματα
La douleur handicapante l'empêche de marcher correctement. 

Ο αναπηρικός πόνος τον εμποδίζει να περπατήσει σωστά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store