Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
handicapant
01
αναπηρικός, περιοριστικός
qui limite ou gêne les capacités physiques, mentales ou sociales
Παραδείγματα
L' isolement social peut être handicapant pour les jeunes.
Η κοινωνική απομόνωση μπορεί να είναι περιοριστική για τους νέους.



























