Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
handicapant
01
αναπηρικός, περιοριστικός
qui limite ou gêne les capacités physiques, mentales ou sociales
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus handicapant
συγκριτικός βαθμός
plus handicapant
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
handicapant
αρσενικό πληθυντικό
handicapants
θηλυκό ενικό
handicapante
θηλυκό πληθυντικό
handicapantes
Παραδείγματα
La douleur handicapante l'empêche de marcher correctement.
Ο αναπηρικός πόνος τον εμποδίζει να περπατήσει σωστά.



























