habile
ha
a
a
bile
bil
bil

Ορισμός και σημασία του "habile"στα γαλλικά

01

επιδέξιος, ικανός

qui fait quelque chose avec adresse ou compétence 
habile definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus habile
συγκριτικός βαθμός
plus habile
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
habile
αρσενικό πληθυντικό
habiles
θηλυκό ενικό
habile
θηλυκό πληθυντικό
habiles
Παραδείγματα
Il est très habile de ses mains. 

Είναι πολύ επιδέξιος με τα χέρια του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store