Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le gymnase
01
γυμναστήριο, αθλητικός χώρος
lieu équipé pour pratiquer des activités sportives ou physiques
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
gymnases
Παραδείγματα
Les élèves se retrouvent au gymnase pour les cours de sport.
Οι μαθητές συναντώνται στο γυμναστήριο για τα μαθήματα αθλητισμού.



























