le guépard

Ορισμός και σημασία του "guépard"στα γαλλικά

Le guépard
[gender: masculine]
01

γατόπαρδος, κυνηγόλεοπαρδος

grand félin d'Afrique et d'Asie, très rapide, reconnaissable à ses taches noires et sa silhouette élancée, spécialisé dans la chasse à l'affût et la course
le guépard definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
guépards
Παραδείγματα
Les taches du guépard sont uniques à chaque individu.
Οι κηλίδες του γεpard είναι μοναδικές για κάθε άτομο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store