le guitariste
guitariste
gitɑʁɪst
gitaarist

Ορισμός και σημασία του "guitariste"στα γαλλικά

01

κιθαρίστας, κιθαρίστας

quelqu'un qui pratique la guitare, que ce soit pour le loisir ou professionnellement 
le guitariste definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
guitaristes
θηλυκό ενικό
guitariste
Παραδείγματα
Il est guitariste dans un groupe de rock. 

Είναι κιθαρίστας σε ένα ροκ συγκρότημα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store