Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La guimauve
[gender: feminine]
01
μαρσμέλοου, ζαχαρωτό σαν μαλακό σφουγγάρι
confiserie moelleuse et sucrée, souvent blanche, fabriquée à base de sucre, de gélatine et parfois aromatisée ou colorée
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
guimauves
Παραδείγματα
Il a offert un paquet de guimauves à ses amis.
Προσέφερε ένα πακέτο μαρσμέλοου στους φίλους του.
02
αλθαία, μαλάχη
plante herbacée dont la racine est utilisée en phytothérapie et en confiserie traditionnelle, notamment pour ses propriétés adoucissantes
Παραδείγματα
Il utilise la racine de guimauve pour fabriquer des bonbons traditionnels.
Χρησιμοποιεί τη ρίζα της αλθαίας για να φτιάξει παραδοσιακά γλυκά.



























