Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le gréviste
01
απεργός, διαδηλωτής
personne qui participe à une grève pour défendre ses droits ou réclamer des améliorations
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
grévistes
Παραδείγματα
Le gréviste bloque l'entrée de l'usine avec ses collègues.
Ο απεργός μπλοκάρει την είσοδο του εργοστασίου με τους συναδέλφους του.



























