Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La grue
01
γερανός, γερανός κατασκευών
machine de levage utilisée pour soulever et déplacer des charges lourdes sur les chantiers ou dans les ports
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
grues
Παραδείγματα
La grue soulève les matériaux de construction jusqu'au toit.
Ο γερανός σηκώνει τα οικοδομικά υλικά μέχρι τη στέγη.
02
γερανός, γερανός
grand oiseau migrateur au long cou et aux longues pattes, vivant souvent dans les zones humides
Παραδείγματα
La grue vole en formation dans le ciel.
Ο γερανός πετά σε σχηματισμό στον ουρανό.



























