Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La groseille
[gender: feminine]
01
φραγκοστάφυλο, κόκκινο φραγκοστάφυλο
petit fruit rond et rouge, au goût acidulé, souvent utilisé pour faire des confitures, des desserts ou consommé frais
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
groseilles
Παραδείγματα
Les groseilles peuvent aussi être utilisées pour décorer les desserts.
Τα σταφίδια μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν για τη διακόσμηση των επιδορπίων.
groseille
01
κόκκινο φραγκοστάφυλο, χρώμα κόκκινου φραγκοστάφυλου
qui a la couleur rouge vif ou rouge cerise, semblable à celle des groseilles
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus groseille
συγκριτικός βαθμός
plus groseille
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
groseille
αρσενικό πληθυντικό
groseille
θηλυκό ενικό
groseille
θηλυκό πληθυντικό
groseille
Παραδείγματα
Les fleurs groseille attirent les regards dans le jardin.
Τα λουλούδια στο χρώμα φραγκοστάφυλου προσελκύουν τα βλέμματα στον κήπο.



























