le grondement
Pronunciation
/gʀɔ̃dmɑ̃/

Ορισμός και σημασία του "grondement"στα γαλλικά

Le grondement
[gender: masculine]
01

βουητό, μπούκωμα

bruit profond et continu, souvent menaçant
le grondement definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
grondements
Παραδείγματα
Le grondement du volcan faisait trembler le sol.
Ο βουητός του ηφαιστείου έκανε το έδαφος να τρέμει.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store