le grondement
grondement
gʁɔ̃dmã
grawdman
groupementgrandementgrognement

Ορισμός και σημασία του "grondement"στα γαλλικά

01

βουητό, μπούκωμα

bruit profond et continu, souvent menaçant 
le grondement definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
grondements
Παραδείγματα
Le grondement du tonnerre annonçait l'orage. 

Ο βουητός της βροντής ανακοίνωνε τη θύελλα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store