Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le grondement
[gender: masculine]
01
bruit profond et continu, souvent menaçant
Παραδείγματα
Le grondement du volcan faisait trembler le sol.
Ο βουητός του ηφαιστείου έκανε το έδαφος να τρέμει.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bruit profond et continu, souvent menaçant