Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le graveur
01
χαράκτης, χαλκογράφος
personne qui réalise des images en creusant ou incisant un matériau dur
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
graveurs
Παραδείγματα
Le graveur prépare soigneusement sa plaque de cuivre.
Ο χαράκτης προετοιμάζει προσεκτικά την πλάκα του από χαλκό.
02
CD/DVD εγγραφέας, CD/DVD καταγραφέας
appareil ou programme informatique qui permet d'écrire ou d'enregistrer des données sur un CD ou un DVD
Παραδείγματα
J'ai acheté un nouveau graveur pour sauvegarder mes fichiers.
Αγόρασα έναν νέο εγγραφέα για να δημιουργήσω αντίγραφα ασφαλείας των αρχείων μου.



























