Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La gouttière
01
αυλάκι στέγης, υδρορροή
canal ou conduit installé le long d'un toit pour recueillir et évacuer l'eau de pluie
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
gouttières
Παραδείγματα
La gouttière empêche l'eau de pluie d'endommager les murs.
Η υδρορροή εμποδίζει το νερό της βροχής να καταστρέψει τους τοίχους.
02
οδοντιατρική τράπεζα, προστατευτικό δοντιών
appareil utilisé en dentisterie pour maintenir ou protéger les dents, notamment après un traitement orthodontique ou en cas de fracture
Παραδείγματα
Le dentiste a fabriqué une gouttière pour protéger ses dents pendant la nuit.
Ο οδοντίατρος κατασκεύασε ένα προστατευτικό στοματικής κοιλότητας για να προστατεύσει τα δόντια του τη νύχτα.



























