Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La gomme
01
γόμα, διαγραφέας
objet utilisé pour effacer les erreurs sur le papier
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
gommes
Παραδείγματα
La gomme efface bien le crayon.
Η γόμα σβήνει καλά το μολύβι.
02
κόμμι, ρητίνη
substance collante produite par certains arbres, utilisée pour fabriquer du caoutchouc ou comme épaississant
Παραδείγματα
La gomme est une substance collante.



























