Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le glaçage
[gender: masculine]
01
γλάσο, ζαχαρόπλασμα
préparation sucrée étalée sur les pâtisseries
Παραδείγματα
On peut colorer le glaçage pour rendre les gâteaux plus attrayants.
Μπορεί κανείς να χρωματίσει το γλάσο για να κάνει τα κέικ πιο ελκυστικά.
02
επίστρωση με γυαλί, υαλοποίηση
revêtement brillant ou vitrification sur une surface
Παραδείγματα
Le glaçage doit être chauffé à haute température pour bien adhérer.
Το γυάλισμα πρέπει να θερμανθεί σε υψηλή θερμοκρασία για να προσκολληθεί καλά.



























