Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
garnir
01
γαρνίρω, διακοσμώ
ajouter des ingrédients, une décoration ou un accompagnement à un plat pour le rendre plus complet ou esthétique.
Παραδείγματα
Elle garnit la tarte avec des fruits frais.
Διακοσμεί την τάρτα με φρέσκα φρούτα.
02
γεμίζω, καλύπτω
remplir ou couvrir un objet, un espace ou une surface avec quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
garnis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
garnissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
garnirai
παθητική μετοχή
garni
α΄ πληθυντικό παρατατικού
garnissions
Παραδείγματα
Elle garnit les coussins de duvet.
Γεμίζει τα μαξιλάρια με πούπουλα.
03
φρουρώ, εξοπλίζω
occuper un lieu, un poste ou fournir un effectif, du matériel ou des ressources
Παραδείγματα
Le général garnit la forteresse de soldats.
Ο στρατηγός φρουρεί το φρούριο με στρατιώτες.



























