Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
garnir
01
γαρνίρω, διακοσμώ
ajouter des ingrédients, une décoration ou un accompagnement à un plat pour le rendre plus complet ou esthétique.
Παραδείγματα
Elle garnit les sandwichs de légumes et de sauce.
Κοσμεί τα σάντουιτς με λαχανικά και σάλτσα.
02
γεμίζω, καλύπτω
remplir ou couvrir un objet, un espace ou une surface avec quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
garnis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
garnissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
garnirai
παθητική μετοχή
garni
α΄ πληθυντικό παρατατικού
garnissions
Παραδείγματα
Il garnit les étagères avec ses livres préférés.
Διακοσμεί τα ράφια με τα αγαπημένα του βιβλία.
03
φρουρώ, εξοπλίζω
occuper un lieu, un poste ou fournir un effectif, du matériel ou des ressources
Παραδείγματα
Les bunkers sont garnis de provisions.
Τα καταφύγια είναι εξοπλισμένα με προμήθειες.



























