Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gagner
01
κερδίζω, λαμβάνω
recevoir de l'argent grâce à son travail ou un jeu
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
gagne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
gagnons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
gagnerai
ενεστώτα μετοχή
gagnant
παθητική μετοχή
gagné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
gagnions
Παραδείγματα
Il gagne beaucoup d'argent avec son entreprise
Κερδίζει πολλά χρήματα με την επιχείρησή του.
02
κερδίζω
obtenir une victoire ou un avantage
Παραδείγματα
Il veut gagner le match ce soir
Θέλει να κερδίσει τον αγώνα απόψε.
03
εξαπλώνομαι, διαδίδω
s'étendre ou se répandre dans un lieu ou chez des personnes
Παραδείγματα
La peur gagne la population pendant la crise.
Επικρατεί στον πληθυσμό κατά τη διάρκεια της κρίσης.
04
εξοικονομώ χρόνο, χρησιμοποιώ αποτελεσματικά τον χρόνο
économiser ou utiliser le temps de manière efficace
Παραδείγματα
Nous avons gagné du temps grâce à la nouvelle méthode
Κερδίσαμε χρόνο χάρη στη νέα μέθοδο.



























