gagner
gagner
gaɲe
ganie
gainergagneurgager

Ορισμός και σημασία του "gagner"στα γαλλικά

gagner
01

κερδίζω, λαμβάνω

recevoir de l'argent grâce à son travail ou un jeu 
gagner definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
gagne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
gagnons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
gagnerai
ενεστώτα μετοχή
gagnant
παθητική μετοχή
gagné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
gagnions
Παραδείγματα
Il gagne beaucoup d'argent avec son entreprise 

Κερδίζει πολλά χρήματα με την επιχείρησή του.

02

κερδίζω

obtenir une victoire ou un avantage 
gagner definition and meaning
Παραδείγματα
Il veut gagner le match ce soir 

Θέλει να κερδίσει τον αγώνα απόψε.

03

εξαπλώνομαι, διαδίδω

s'étendre ou se répandre dans un lieu ou chez des personnes 
Παραδείγματα
La peur gagne la population pendant la crise. 

Επικρατεί στον πληθυσμό κατά τη διάρκεια της κρίσης.

04

εξοικονομώ χρόνο, χρησιμοποιώ αποτελεσματικά τον χρόνο

économiser ou utiliser le temps de manière efficace 
Παραδείγματα
Nous avons gagné du temps grâce à la nouvelle méthode 

Κερδίσαμε χρόνο χάρη στη νέα μέθοδο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store