le février
février
fevʁije
fevriye

Ορισμός και σημασία του "février"στα γαλλικά

01

Φεβρουάριος, ο συντομότερος χειμερινός μήνας του έτους

mois d'hiver le plus court de l'année, deuxième du calendrier 
le février definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
févriers
Παραδείγματα
Février est le mois le plus court de l'année. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store