Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La gaffe
01
γκάφα, ατύχημα
erreur ou maladresse souvent embarrassante dans une situation sociale ou professionnelle
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
gaffes
Παραδείγματα
Il a fait une grosse gaffe lors de la réunion.
Έκανε ένα μεγάλο gaffe κατά τη διάρκεια της συνάντησης.
02
γάντζος, αγκίστρι
outil en forme de crochet utilisé pour attraper ou diriger quelque chose, souvent dans la navigation ou la pêche
Παραδείγματα
Le marin utilise la gaffe pour diriger le bateau.
Ο ναυτικός χρησιμοποιεί το γάντζο για να κατευθύνει τη βάρκα.



























