Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La fécondité
01
γονιμότητα, γονιμότητα
capacité à engendrer des enfants ou des descendants
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La fécondité humaine varie selon les régions du monde.
Η ανθρώπινη γονιμότητα ποικίλλει ανάλογα με τις περιοχές του κόσμου.
02
γονιμότητα, παραγωγικότητα
abondance, productivité, richesse en idées ou en résultats
Παραδείγματα
Sa pensée se distingue par sa fécondité et sa créativité.
Η σκέψη του ξεχωρίζει για την fécondité και τη δημιουργικότητά της.



























