la fécondité
Pronunciation
/fekɔ̃ditˈe/

Ορισμός και σημασία του "fécondité"στα γαλλικά

La fécondité
[gender: feminine]
01

γονιμότητα, γονιμότητα

capacité à engendrer des enfants ou des descendants
Παραδείγματα
La fécondité humaine varie selon les régions du monde.
Η ανθρώπινη γονιμότητα ποικίλλει ανάλογα με τις περιοχές του κόσμου.
02

γονιμότητα, παραγωγικότητα

abondance, productivité, richesse en idées ou en résultats
Παραδείγματα
Sa pensée se distingue par sa fécondité et sa créativité.
Η σκέψη του ξεχωρίζει για την fécondité και τη δημιουργικότητά της.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store