Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fâché
01
θυμωμένος, ενοχλημένος
qui ressent de la colère ou de l'énervement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus fâché
συγκριτικός βαθμός
plus fâché
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
fâché
αρσενικό πληθυντικό
fâchés
θηλυκό ενικό
fâchée
θηλυκό πληθυντικό
fâchées
Παραδείγματα
Nous étions fâchés à cause du retard du train.
Ήμασταν θυμωμένοι λόγω της καθυστέρησης του τρένου.
02
θυμωμένος, ενοχλημένος
qui éprouve du dégoût ou de l'antipathie envers quelque chose
Παραδείγματα
Nous sommes fâchés de cette injustice.
Είμαστε θυμωμένοι με αυτή την αδικία.



























