Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La fusion
01
συγχώνευση, ένωση
le fait d'unir plusieurs éléments pour n'en former qu'un seul
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La fusion de ces idées a créé un projet original.
Η συγχώνευση αυτών των ιδεών δημιούργησε ένα πρωτότυπο έργο.
02
τήξη, τήξιμο
action de fondre des matières pour les unir
Παραδείγματα
La fusion du métal se fait à haute température.
Η τήξη του μετάλλου γίνεται σε υψηλή θερμοκρασία.
03
συγχώνευση, ένωση
action d'unir plusieurs entités pour former un tout
Παραδείγματα
La fusion des deux associations a été votée hier.
Η συγχώνευση των δύο ενώσεων ψηφίστηκε χθες.
Λεξικό Δέντρο
infusion
profusion
fusion
fuse



























