Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
frire
01
τηγανίζω
cuire un aliment dans de l'huile ou du gras très chaud
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
fris
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
frisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
frirai
ενεστώτα μετοχή
-
παθητική μετοχή
frit
α΄ πληθυντικό παρατατικού
frisions
Παραδείγματα
Elle fait frire des beignets pour le dessert.
Αυτή τηγανίζει ντόνατς για το επιδόρπιο.



























