Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
frictionner
01
τρίβω, μασάζ
frotter ou masser une partie du corps avec des mouvements circulaires ou répétés, souvent avec les mains ou un produit
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
frictionne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
frictionnons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
frictionnerai
ενεστώτα μετοχή
frictionnant
παθητική μετοχή
frictionné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
frictionnions
Παραδείγματα
Frictionnez doucement la zone affectée pour soulager la douleur.
Τρίψτε απαλά την πληγείσα περιοχή για να ανακουφίσετε τον πόνο.



























