Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fracturer
01
σπάω, πάθω κάταγμα
se casser un os ou une partie du squelette
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
fracture
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
fracturons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
fracturerai
ενεστώτα μετοχή
fracturant
παθητική μετοχή
fracturé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
fracturions
Παραδείγματα
Il s'est fracturé le bras en tombant de vélo.
Έσπασε το χέρι του όταν έπεσε από το ποδήλατο.



























