Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La fracture
01
κάταγμα, ρήγμα
cassure ou fissure dans un os
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
fractures
Παραδείγματα
Elle a une fracture du bras après l'accident.
Έχει κάταγμα στο χέρι μετά το ατύχημα.
02
ρήγμα, ρωγμή
une ouverture ou une fissure dans une surface, un objet ou une structure
Παραδείγματα
La fracture du mur s'agrandit avec le temps.
Η ρωγμή στον τοίχο μεγαλώνει με το χρόνο.
03
κοινωνικός ρήγμα, κοινωνικός διαχωρισμός
une division ou un écart important dans la société, souvent lié à des différences sociales ou économiques
Παραδείγματα
La fracture sociale crée des tensions dans le pays.
Η κοινωνική ρήξη δημιουργεί εντάσεις στη χώρα.



























