le fournisseur
fournisseur
fuʁinisœʁ
foorinisoer
fouisseur

Ορισμός και σημασία του "fournisseur"στα γαλλικά

Le fournisseur
01

προμηθευτής, προμηθέτρια

personne ou entreprise qui livre des marchandises ou services à un client 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
fournisseurs
αρσενικό ενικό
fournisseur
θηλυκό ενικό
fournisseuse
neutral form
prestataire
Παραδείγματα
Notre fournisseur principal est basé en Allemagne. 

Ο κύριος προμηθευτής μας εδρεύει στη Γερμανία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store