le foyer
foyer
fwaje
fvaye
forer

Ορισμός και σημασία του "foyer"στα γαλλικά

01

σπιτικό, σπίτι

lieu où habite une famille ou où se vit une vie domestique 
le foyer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
foyers
Παραδείγματα
Ils ont acheté un nouveau foyer en ville. 

Αγόρασαν ένα νέο σπίτι στην πόλη.

02

εστία, τζάκι

lieu où se trouve le feu pour chauffer une maison ou cuisiner 
le foyer definition and meaning
Παραδείγματα
Le foyer de la maison dégageait une chaleur agréable. 

Η εστία του σπιτιού απέδιδε μια ευχάριστη ζεστασιά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store