Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fournir
01
παρέχω, προμηθεύω
donner ou produire ce qui est nécessaire
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
fournis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
fournissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
fournirai
ενεστώτα μετοχή
fournissant
παθητική μετοχή
fourni
α΄ πληθυντικό παρατατικού
fournissions
Παραδείγματα
Le magasin fournit les restaurants du quartier.
Το κατάστημα προμηθεύει τα εστιατόρια της γειτονιάς.



























