fournir
four
fuʁ
foor
nir
niʁ
nir
fourbir

Ορισμός και σημασία του "fournir"στα γαλλικά

fournir
01

παρέχω, προμηθεύω

donner ou produire ce qui est nécessaire 
fournir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
fournis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
fournissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
fournirai
ενεστώτα μετοχή
fournissant
παθητική μετοχή
fourni
α΄ πληθυντικό παρατατικού
fournissions
Παραδείγματα
L'entreprise fournit tout le matériel nécessaire. 

Η εταιρεία παρέχει όλο το απαραίτητο υλικό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store