fournir
Pronunciation
/fuʀniʀ/

Ορισμός και σημασία του "fournir"στα γαλλικά

fournir
01

παρέχω, προμηθεύω

donner ou produire ce qui est nécessaire
fournir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
fournis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
fournissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
fournirai
ενεστώτα μετοχή
fournissant
παθητική μετοχή
fourni
α΄ πληθυντικό παρατατικού
fournissions
Παραδείγματα
Le magasin fournit les restaurants du quartier.
Το κατάστημα προμηθεύει τα εστιατόρια της γειτονιάς.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store