la fourchette
four
fuʁ
foor
chette
ʃɛt
shet

Ορισμός και σημασία του "fourchette"στα γαλλικά

01

πιρούνι, πιρούνι (μαχαιροπήρουνο)

ustensile à dents utilisé pour piquer et porter la nourriture à la bouche 
la fourchette definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
fourchettes
Παραδείγματα
Il mange avec une fourchette. 

Τρώει με ένα πιρούνι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store