Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le four
01
φούρνος, κλίβανος
appareil de cuisson fermé utilisé pour faire cuire ou rôtir des aliments
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
fours
Παραδείγματα
Le gâteau est dans le four.
Το κέικ είναι στον φούρνο.
02
πλήρης αποτυχία, φιάσκο
échec total, en particulier d'un spectacle ou d'un projet
ανεπίσημο
Παραδείγματα
Ce film a été un vrai four au cinéma.
Αυτή η ταινία ήταν μια πραγματική αποτυχία στον κινηματογράφο.



























