Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La foule
01
πλήθος, συγκέντρωση
grand nombre de personnes rassemblées
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
foules
Παραδείγματα
La foule applaudissait le concert.
Το πλήθος χειροκροτούσε τη συναυλία.
02
πλήθος, μεγάλη ποσότητα
grande quantité de choses
Παραδείγματα
Une foule d'idées lui traversait l'esprit.
Ένας όχλος ιδεών του περνούσε από το μυαλό.



























