la foule
foule
fʊl
fool
fouléefolle

Ορισμός και σημασία του "foule"στα γαλλικά

01

πλήθος, συγκέντρωση

grand nombre de personnes rassemblées 
la foule definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
foules
Παραδείγματα
La foule applaudissait le concert. 

Το πλήθος χειροκροτούσε τη συναυλία.

02

πλήθος, μεγάλη ποσότητα

grande quantité de choses 
la foule definition and meaning
Παραδείγματα
Une foule d'idées lui traversait l'esprit. 

Ένας όχλος ιδεών του περνούσε από το μυαλό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store