Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fonder
01
تاسیس کردن
Παραδείγματα
Elle a fondé son entreprise toute seule.
02
بر پایه (چیزی) بودن
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
avoir
ενεστώτα μετοχή
fondant
παθητική μετοχή
fondé
Παραδείγματα
Il fonde son pouvoir sur la force.



























