fonder
fonder
fɔ̃de
fawde
fronderfoncerfondrefondeur

Ορισμός και σημασία του "fonder"στα γαλλικά

fonder
01

تاسیس کردن 

fonder definition and meaning
Παραδείγματα
Elle a fondé son entreprise toute seule. 
02

بر پایه (چیزی) بودن 

γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
avoir
ενεστώτα μετοχή
fondant
παθητική μετοχή
fondé
Παραδείγματα
Il fonde son pouvoir sur la force. 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store