Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le fonctionnement
[gender: masculine]
01
λειτουργία, λειτουργικότητα
manière dont quelque chose fonctionne ou opère
Παραδείγματα
Le fonctionnement de l' entreprise repose sur une bonne organisation.
Η λειτουργία της εταιρείας βασίζεται σε μια καλή οργάνωση.



























